Δεκατρείς φουσκάλες. Και η παράδοση… αύριο.Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα εργαστήρι που μύριζε ρετσίνι και φρεσκοκομμένη καρυδιά, ο Μάστρο-Λευτέρης έδωσε τον λόγο του: Παρασκευή πρωί, κυρία Ρένα μου. Λόγος τιμής.Το «απλό» της κυρίας Ρένας ήταν δυο πόρτες ντυμένες καρυδιά. Φύλλο διαλεχτό — απ' αυτά που δεν συγχωρούν ούτε χιλιοστό.Ο Άρης είχε δει ένα βίντεο. Ο μάστορας είχε δει πολλά. Μα το ρολόι πίεζε — κι αντί για τον σωστό δρόμο, φόρτωσαν βάρη. Ό,τι βρήκαν.Το Ροκανίδι γάβγισε μία φορά. Μία μόνο. Και κρύφτηκε κάτω απ' τον πάγκο. Έπρεπε να το προσέξουν αυτό.Το πρωί, ο ήλιος μπήκε λοξά και πρόδωσε το έργο. Ο καπλαμάς κόλλησε μόνο εκεί που καθόταν το βάρος. Δώδεκα… δεκατρείς φουσκάλες.Ο Άρης όρμηξε με το σίδερο. Αλλά το φύλλο δεν άντεξε — κι η μεγαλύτερη φουσκάλα άνοιξε στη μέση των νερών, σαν χείλι σκασμένο.Τα μεσάνυχτα, ο μάστορας καθόταν μόνος μπροστά στις πόρτες. Ο καφές είχε κρυώσει. Και τότε, στη γωνιά……η Γερακίνα άναψε τα καντράν της. «Το βάρος πατάει μόνο εκεί που στέκεται, μάστορα. Η αγκαλιά σφίγγει παντού το ίδιο.»Το ξημέρωμα δούλεψε σαν χειρούργος. Χάραξε κάθε φουσκάλα κατά μήκος των νερών — ποτέ κόντρα — και πέρασε φρέσκια κόλλα με τη σύριγγα.Από πάνω, καλούπια ίσια. Σφιγκτήρες από τη μέση προς τις άκρες, να βγει ο αέρας σαν ανάσα. Παντού η ίδια πίεση — όπως σφίγγει η πρέσα. Κι ο Άρης, πρώτη φορά, είπε μόνο: δείξε μου.Την Παρασκευή, η κυρία Ρένα πέρασε το χέρι της στα νερά της καρυδιάς. Πουθενά σκαλοπάτι. Σαν βελούδο.— Και το δίδαγμα, μάστορα; — Ο καπλαμάς είναι σαν τον λόγο σου: ή τον κρατάς παντού το ίδιο, ή σκάει φουσκάλες.Εσένα ποιο υλικό σ' έχει προδώσει πάνω στην παράδοση; Γράψ' το στα σχόλια — και ραντεβού στο επόμενο παραμύθι.