Δέκα πόντους. Τόσο απείχε το ξύλο απ' το κεφάλι του.Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα εργαστήρι που μύριζε ρετσίνι και φρεσκοκομμένη οξιά, ζούσε ένας μάστορας που δεν έλεγε ποτέ «δεν γίνεται». Έλεγε «θέλει τρόπο».Εκείνη τη νύχτα, είχε δώσει τον λόγο του. Μια κουζίνα ολόκληρη, παράδοση το πρωί. Πέμπτος καφές, κρύος. Κι ένα πορτάκι, ένα μονάχα, του έλειπε.— Μία κοπή ακόμα, ψιθύρισε στο δισκοπρίονο. Και σε αφήνω να κοιμηθείς.Μα το Ροκανίδι σήκωσε τ' αυτί. Γρύλισε σιγανά. Και χώθηκε κάτω απ' τον πάγκο. Το κατάλαβε πρώτο, όπως πάντα.Γιατί κάτι έλειπε. Το πρωί είχε βγάλει τη σφήνα πίσω απ' τον δίσκο. Και δεν την είχε ξαναβάλει.ΜΠΑΜ! Η οξιά δάγκωσε τον δίσκο. Και πετάχτηκε πίσω σαν βέλος — ξυστά απ' τον κρόταφό του.Τριάντα πέντε χρόνια αυτά τα χέρια. Και τώρα έτρεμαν σαν του πρωτάρη.Και τότε, μέσα στη σιωπή, η γωνιά φωτίστηκε ζεστά. Η Γερακίνα, το γέρικο μηχάνημα, άνοιξε τα μάτια της.— Σαράντα χρόνια κόβω ξύλα, μάστορα, του είπε. Κανένα δεν βιάστηκε ποτέ. Μόνο τα χέρια που τα κράταγαν.Το πρωί, με φως καθαρό και τη σφήνα στη θέση της, η ίδια κοπή ήθελε τριάντα δύο δευτερόλεπτα.Κι όταν ήρθε ο βοηθός του, τον βρήκε να ζωγραφίζει μια κορνίζα γύρω απ' το ξύλο στον τοίχο. — Μάστορα, τι έγινε εδώ; — Το πιο ακριβό κάδρο του μαγαζιού, παιδί μου.Κόστισε μηδέν ευρώ. Και παραλίγο τα πάντα. Γιατί η τελευταία κοπή της νύχτας... ας γίνεται η πρώτη κοπή του πρωινού.
✦ ✦ ✦Το κείμενο
Η αφήγηση
Δέκα πόντους. Τόσο απείχε το ξύλο απ' το κεφάλι του.
Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα εργαστήρι που μύριζε ρετσίνι και φρεσκοκομμένη οξιά, ζούσε ένας μάστορας που δεν έλεγε ποτέ «δεν γίνεται». Έλεγε «θέλει τρόπο».
Εκείνη τη νύχτα, είχε δώσει τον λόγο του. Μια κουζίνα ολόκληρη, παράδοση το πρωί. Πέμπτος καφές, κρύος. Κι ένα πορτάκι, ένα μονάχα, του έλειπε.
— Μία κοπή ακόμα, ψιθύρισε στο δισκοπρίονο. Και σε αφήνω να κοιμηθείς.
Μα το Ροκανίδι σήκωσε τ' αυτί. Γρύλισε σιγανά. Και χώθηκε κάτω απ' τον πάγκο. Το κατάλαβε πρώτο, όπως πάντα.
Γιατί κάτι έλειπε. Το πρωί είχε βγάλει τη σφήνα πίσω απ' τον δίσκο. Και δεν την είχε ξαναβάλει.
ΜΠΑΜ! Η οξιά δάγκωσε τον δίσκο. Και πετάχτηκε πίσω σαν βέλος — ξυστά απ' τον κρόταφό του.
Τριάντα πέντε χρόνια αυτά τα χέρια. Και τώρα έτρεμαν σαν του πρωτάρη.
Και τότε, μέσα στη σιωπή, η γωνιά φωτίστηκε ζεστά. Η Γερακίνα, το γέρικο μηχάνημα, άνοιξε τα μάτια της.
— Σαράντα χρόνια κόβω ξύλα, μάστορα, του είπε. Κανένα δεν βιάστηκε ποτέ. Μόνο τα χέρια που τα κράταγαν.
Το πρωί, με φως καθαρό και τη σφήνα στη θέση της, η ίδια κοπή ήθελε τριάντα δύο δευτερόλεπτα.
Κι όταν ήρθε ο βοηθός του, τον βρήκε να ζωγραφίζει μια κορνίζα γύρω απ' το ξύλο στον τοίχο. — Μάστορα, τι έγινε εδώ; — Το πιο ακριβό κάδρο του μαγαζιού, παιδί μου.
Κόστισε μηδέν ευρώ. Και παραλίγο τα πάντα. Γιατί η τελευταία κοπή της νύχτας... ας γίνεται η πρώτη κοπή του πρωινού.